1) Ένας «κρεμανταλάς» με είδη τζακιού, όπως φαίνεται στην φωτογραφία. Υποθέτω κάποτε είχε και κάποιο συρμάτινο σκουπάκι αλλά δεν το βρίσκω. Έχει επάνω λαβίδα, τσιμπίδα και φαράσι.
2) Ένα μασίφ κηροπήγιο δαπέδου.
Από την φωτογραφία έχει μεσολαβήσει φύλαξη μέσα σε πλαστικό κάλυμμα σε βεράντα.
Καλησπέρα.
Δεν ενδιαφέρομαι αλλά ήθελα να ευχαριστήσω καθώς έμαθα από που προέρχεται η λέξη "κρεμανταλάς" που έχω χιλιομουρμουρίσει στην "Νταλίκα" της αείμνηστης Μπέλου (ΜΟΥΣΙΚΗ: Δήμος Μούτσης, ΣΤΙΧΟΙ: Κώστας Τριπολίτης) αλλά δεν είχα μπει ποτέ στον κόπο να αναζητήσω.
Οι χρήστες που λαμβάνουν από εμένα αντικείμενα αποδέχονται αυτόματα τονμοναδικό όρο, τα αντικείμενα αυτά ναεπαναχαρίζονταιόταν δεν χρησιμοποιούνται πια ή/και ναανακυκλώνονται όταν φτάσουν στο τέλος της ζωής τους.
Η λέξη κρεμανταλάς (ή κρεμαντάλας) είναι χαρακτηρισμός της καθομιλουμένης και σημαίνει τον πανύψηλο, συνήθως αδύνατο και κάπως άχαρο ή αδέξιο άνθρωπο.
Η λέξη έχει τις ρίζες της στην ελληνική ύπαιθρο και τη ζωή των κτηνοτρόφων. Αρχικά, «κρεμανταλάς» ήταν ένα ξερό, αποφλοιωμένο δέντρο (ή ένα χοντρό ξύλο) που στερέωναν οι τσοπάνηδες στο έδαφος.Το χρησιμοποιούσαν ως αυτοσχέδιο έπιπλο για να κρεμούν πάνω τα εργαλεία τους, τα ρούχα τους ή τις καρδάρες με το γάλα (από το ρήμα κρεμώ και το ουσιαστικό αντάς / γάντζος).
Επειδή αυτό το ξύλο ήταν ψηλό, λεπτό και ορθωμένο, η λέξη πέρασε στη γλώσσα μας για να περιγράψει έναν πολύ ψηλό άνθρωπο, συχνά με σκωπτική διάθεση.